Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2009

Τα ΤΕΙ στην Ενιαία Ανώτατη Εκπαίδευση

Απο τον Ριζοσπάστη
10/12/2009
Των: Ρένα Τηλικίδου & Γιώργου Τσιλιγκιρίδη **


Τα ΤΕΙ ιδρύθηκαν το 1983 (ν. 1404/83) ως μετεξέλιξη των ΚΑΤΕΕ, που ήταν ιδρύματα επαγγελματικής κατεύθυνσης. Από την ίδρυσή τους τα ΤΕΙ ήταν στην πραγματικότητα αδιαβάθμητα χωρίς να είναι αμιγώς επαγγελματικές σχολές, αλλά ούτε και σαφώς ανώτατα ιδρύματα. H διαφοροποίησή τους διαχρονικά αφορούσε στον τεχνολογικό κυρίως χαρακτήρα των σπουδών των περισσότερων τμημάτων τους. Το γεγονός αυτό δημιουργούσε πάντοτε προβλήματα, διότι τεχνολογικές σπουδές παρέχονται και σε ιδρύματα, π.χ. στα Πολυτεχνεία, που όμως είναι Πανεπιστήμια. Πολύ περισσότερο στην εποχή μας, όπου οι ίδιες οι εξελίξεις της επιστήμης και της τεχνολογίας καθιστούν εντελώς αβάσιμο το διαχωρισμό μεταξύ επιστημονικής και τεχνολογικής εκπαίδευσης.



Παρά τα σημαντικά προβλήματα, τα ΤΕΙ εντάχθηκαν νομικά στην ανώτατη εκπαίδευση από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ το 2001 (ν.2916/01), εν μέσω υποσχέσεων ότι τα ΤΕΙ θα γίνονταν ισότιμα με τα Πανεπιστήμια! Στην πραγματικότητα, τα ΤΕΙ απέκτησαν την ταμπέλα «ανώτατα», η οποία δε συνοδεύθηκε από τις αναγκαίες αλλαγές στο περιεχόμενο σπουδών, στην υλικοτεχνική υποδομή ή στις ανάγκες σε προσωπικό. Η ΝΔ διατήρησε το νόμο του ΠΑΣΟΚ και διατήρησε επίσης την ίδια κατάσταση υποβάθμισης των ΤΕΙ και απαξίωσης των σπουδαστών τους. Την «ανωτατοποίηση» των ΤΕΙ ακολούθησε σειρά νόμων, ΠΔ και εγκυκλίων με τελευταίο το νόμο «Ρύθμιση θεμάτων του πανεπιστημιακού και τεχνολογικού τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης και άλλες διατάξεις», που ψηφίστηκε το καλοκαίρι του 2009 από την κυβέρνηση της ΝΔ. Ο νόμος αυτός χωρίς να αντιμετωπίζει προβλήματα ουσιαστικής αναβάθμισης των ΤΕΙ (υποδομές, προγράμματα σπουδών, επιστημονικό προσωπικό), ούτε να επιχειρεί μια νομοτεχνική ρύθμιση των δυσχερειών που εντοπίστηκαν στη λειτουργία Πανεπιστημίων και ΤΕΙ το προηγούμενο διάστημα, ενισχύει την ιδιωτικο-οικονομική λειτουργία Πανεπιστημίων - ΤΕΙ, την αποδοτικότερη σύμφυσή τους με τις επιχειρήσεις. Δίνει παραπέρα ώθηση στην εφαρμογή των κατευθύνσεων της Μπολόνια.



Τα ΤΕΙ, διαθέτοντας όλα τα προβλήματα των ΑΕΙ, πάσχουν και από μεγάλα, ιδιαίτερα δικά τους προβλήματα. Προβλήματα που συνεχώς οξύνονται, με σημαντικότερα την υποχρηματοδότηση, τις ελλείψεις σε υποδομές και εξοπλισμό, τις ελλείψεις σε διδακτικό προσωπικό, την πλειοψηφία των καθηγητών (άνω του 75%) να είναι συμβασιούχοι, το επίπεδο των σπουδών, τα αντικείμενα των οποίων σε κάποιες περιπτώσεις αποτελούν υποδιαιρέσεις αντικειμένων τμημάτων των Πανεπιστημίων, ενώ σε άλλες δεν αφορούν πραγματικά ολοκληρωμένο επιστημονικό αντικείμενο, την ουσιαστική απουσία ερευνητικής δραστηριότητας από τα περισσότερα τμήματα, καθώς και τα επαγγελματικά δικαιώματα ορισμένων ειδικοτήτων που βρίσκονται μόνιμα «υπό έκδοση». Η συνολική εικόνα είναι ακόμη περισσότερο προβληματική στα νέα τμήματα, ιδίως τα περιφερειακά ή παραρτήματα κεντρικών ΤΕΙ, που ιδρύθηκαν χωρίς επιστημονικό αντικείμενο, χωρίς διδακτικό προσωπικό και προσωπικό στήριξης, με υποτυπώδεις υποδομές σπουδών και στέγασης, με στόχο τις περισσότερες φορές να ικανοποιήσουν τοπικές, πελατειακές ανάγκες. Παρά τη δραματική υποχρηματοδότηση των περιφερειακών τμημάτων ΤΕΙ, θα πρέπει να σημειωθεί ότι σπαταλήθηκαν και πολλοί πόροι στις, έστω υποτυπώδεις, υποδομές για την ίδρυση αυτών των τμημάτων, τα οποία τα τελευταία χρόνια μένουν χωρίς φοιτητές, λόγω και της βάσης του 10, αλλά και του κόστους των σπουδών για την οικογένεια.



Για την ελληνική κοινωνία παραμένει επίσης το πρόβλημα του ρόλου των ΤΕΙ και του χαρακτήρα τους ως ιδρυμάτων β' κατηγορίας, που ανήκουν στην τεχνολογική κατεύθυνση της ανώτατης εκπαίδευσης σε σαφή διάκριση με την πανεπιστημιακή. Η κυρίαρχη άποψη διαχρονικά ήταν - και σε μεγάλο βαθμό παραμένει - ότι οι απόφοιτοι των ΤΕΙ προορίζονται για μεσαία επαγγελματικά στελέχη και ότι τα ΤΕΙ λειτουργούν κατά μια έννοια συμπληρωματικά ως προς τα ΑΕΙ. Αυτή η διάκριση δεν είναι μόνο ακαδημαϊκή, είναι και ταξική. Εκτιμάται ότι περίπου το 60% των σπουδαστών ΤΕΙ εργάζονται, ενώ ένα ποσοστό της τάξης του 50% εγκαταλείπει τις σπουδές του.

Ως λύση για την κατάσταση αυτή από πλευράς των προέδρων των ΤΕΙ προβάλλεται το αίτημα για μετεξέλιξη ή μετονομασία των ΤΕΙ σε Πανεπιστήμια άμεσα, ενώ από πλευράς της Ομοσπονδίας των μόνιμων εκπαιδευτικών ΤΕΙ εκφράζεται διαφορετική άποψη, αυτή της ολοκλήρωσης των ακαδημαϊκών χαρακτηριστικών των ΤΕΙ, δηλαδή ανάπτυξη μεταπτυχιακών τμημάτων, δυνατότητα παροχής διδακτορικών διπλωμάτων, ενίσχυση της έρευνας. Κατά τη γνώμη μας και οι δυο θέσεις είναι αποπροσανατολιστικές, διότι όχι μόνο αντιλαμβάνονται αποσπασματικά το πρόβλημα των ΤΕΙ, αλλά με την προβολή τους ως λύση για τα προβλήματα των ΤΕΙ συσκοτίζουν όχι μόνο τη μη - αναβάθμιση των ΤΕΙ αλλά την τάση υποβάθμισης και των Πανεπιστημίων.

Αναφορικά με το θέμα των επαγγελματικών δικαιωμάτων ορισμένων ειδικοτήτων ΤΕΙ πρέπει να σημειωθεί ότι πρόκειται για ένα θέμα που «σέρνεται» εδώ και πολλά χρόνια, ενώ κατά διαστήματα έρχεται στην επικαιρότητα. Ομως, η διαμάχη για τα επαγγελματικά δικαιώματα ανάμεσα στις διάφορες κατηγορίες αποφοίτων Πανεπιστημίων - ΤΕΙ με συναφές επαγγελματικό αντικείμενο είναι χωρίς ουσία, αφού στην πραγματικότητα στον εργασιακό μεσαίωνα του μέλλοντος κανείς δε θα είναι πια επαγγελματικά κατοχυρωμένος. Οι κατευθύνσεις της Μπολόνια δεν αναφέρονται σε επαγγελματικά δικαιώματα, αλλά σε «επαγγελματικά προσόντα», μια διαφορά που δεν είναι απλά λεκτική. Τα επαγγελματικά προσόντα δε θα αποκτώνται πλέον μέσω του πτυχίου, αλλά θα μπορούν να προέρχονται και από διάφορα ιδρύματα, σεμινάρια, πρακτική άσκηση, εμπειρία σε χώρους δουλειάς, διάφορες εξετάσεις, τεστ κλπ. Δε θα διασφαλίζουν την άμεση πρόσβαση στο επάγγελμα διότι προϋποθέτουν κάποιου είδους «πιστοποίηση» από επαγγελματικό φορέα του κάθε απόφοιτου ξεχωριστά. Το ΤΕΕ, μάλιστα, εξέφρασε επανειλημμένα το ενδιαφέρον του να είναι ο πρώτος φορέας πιστοποίησης. Επιπλέον, οι εξελίξεις που αφορούν στη νομιμοποίηση των ΚΕΣ και στην ενσωμάτωση της οδηγίας 36/05 οδηγούν στην ιδιωτικοποίηση της Ανώτατης Εκπαίδευσης, βαθαίνουν την πολυδιάσπαση της Ανώτατης Εκπαίδευσης σε κατηγορίες ιδρυμάτων και οξύνουν τα προβλήματα των επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων όλων των κατηγοριών. Οι αρνητικές επιπτώσεις θα είναι εντονότερες στα περιφερειακά τμήματα όχι μόνο των ΤΕΙ, αλλά και των Πανεπιστημίων. Οι συντεχνιακές αντιθέσεις, η διαμάχη των ακαδημαϊκών κοινοτήτων και των επαγγελματικών ενώσεων είναι επικίνδυνη γιατί διασπά τους εργαζόμενους και αποπροσανατολίζει από την αναζήτηση του πραγματικού ενόχου.

Σήμερα, οι ανάγκες της καθημερινής ζωής, τόσο στην επαγγελματική όσο και στην οικογενειακή ή προσωπική δραστηριότητα, δεν είναι αυτές που ήταν πριν μερικές δεκαετίες, ή ακόμη και πιο πρόσφατα. Οι επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις έχουν ενσωματωθεί σε μεγάλο βαθμό σε κάθε δραστηριότητά μας. Το απαιτούμενο μορφωτικό επίπεδο του σύγχρονου ανθρώπου πρέπει να είναι και πιο υψηλό και πιο ολοκληρωμένο. Η απάντηση στις διευρυμένες σύγχρονες ανάγκες, αλλά και στην κατάσταση που διαμορφώνεται στην Ανώτατη Εκπαίδευση δεν είναι ένα εκπαιδευτικό σύστημα που να υπηρετεί την οικονομία της αγοράς και την κερδοφορία του κεφαλαίου. Είναι η διαμόρφωση μιας Ανώτατης Εκπαίδευσης που θα στηρίζει την εξέλιξη των επιστημών και την αξιοποίηση των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας, με στόχο την ολόπλευρη ανάπτυξη επιστημονικού δυναμικού ικανού να συμβάλλει στην άνοδο του υλικού και πνευματικού επιπέδου του λαού μας. Μιας Ανώτατης Εκπαίδευσης αποκλειστικά Δημόσιας και Δωρεάν, με τα ακόλουθα βασικά χαρακτηριστικά:

*

Αποσαφηνισμένα επιστημονικά αντικείμενα.
*

Ενιαίο πρόγραμμα σπουδών ανά επιστημονικό αντικείμενο και επιστημονική ειδίκευση, σε έναν ενιαίο κύκλο προπτυχιακών σπουδών.
*

Ενιαίο μεταπτυχιακό κύκλο σπουδών που θα κατευθύνεται στην παραγωγή νέας γνώσης και θα οδηγεί στην απονομή αποκλειστικά διδακτορικού διπλώματος.
*

Υψηλό επίπεδο σπουδών και σύγχρονων υποδομών (κτίρια, εργαστήρια, βιβλιοθήκες, αναγνωστήρια κλπ.) σε κάθε ίδρυμα.
*

Διδακτικό προσωπικό με ενιαίες εργασιακές σχέσεις, πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης.
*

Γενναία κρατική χρηματοδότηση και αντιμετώπιση των ζητημάτων υποδομής, διδακτικού προσωπικού και έρευνας.

Σε μια Ανώτατη Εκπαίδευση με τους ανωτέρω στόχους και χαρακτηριστικά δε θα υπάρχουν σχολές/τμήματα πολλών κατηγοριών, ταχυτήτων, ακαδημαϊκών επιπέδων, επαγγελματικών προοπτικών, όπου σήμερα η πρόσβαση είναι στοιχείο κυρίως οικονομικών δυνατοτήτων και λιγότερο ικανοτήτων. Παράλληλα θα καταργηθεί ο αναχρονιστικός - αντιεπιστημονικός διαχωρισμός σε πανεπιστημιακή και μη πανεπιστημιακή ανώτατη εκπαίδευση. Οι σχολές των ΤΕΙ που έχουν επιστημονικό αντικείμενο θα αναβαθμιστούν και θα ενταχθούν στην (Ενιαία) Ανώτατη Εκπαίδευση. Με κριτήριο το αντικείμενο σπουδών, τις κοινωνικές ανάγκες και τις ανάγκες ανάπτυξης της επιστήμης, όσες σχολές/τμήματα Πανεπιστημίων ή ΤΕΙ δεν έχουν επιστημονικό αντικείμενο θα καταργηθούν ή θα ενταχθούν στο σύστημα της δημόσιας επαγγελματικής εκπαίδευσης. Μετά από την υποχρεωτική δωδεκάχρονη εκπαίδευση θα πρέπει να αναπτυχθεί ένα αποκλειστικά δημόσιο και δωρεάν σύστημα επαγγελματικών σχολών, ενταγμένων στο εκπαιδευτικό σύστημα, για όσα επαγγέλματα δε χρειάζονται πανεπιστημιακές σπουδές. Τα ΚΕΣ (καθώς και τα διάφορα ΙΕΚ, ΚΕΚ κλπ.) και όλα τα παραρτήματα ξένων πανεπιστημίων δεν έχουν θέση στην Ενιαία Ανώτατη Εκπαίδευση και θα καταργηθούν.

Οσον αφορά στα επαγγελματικά δικαιώματα το ακαδημαϊκό δίπλωμα/πτυχίο θα παρέχει πλήρη επιστημονική ειδίκευση και πλήρη επαγγελματική επάρκεια και θα αποτελεί τη μοναδική προϋπόθεση για την άσκηση του επαγγέλματος χωρίς διαμεσολάβηση μηχανισμών πιστοποίησης επαγγελματικής ικανότητας. Παράλληλα θα καταργηθεί κάθε μορφή εξετάσεων για την απόκτηση άδειας ασκήσεως επαγγέλματος. Οι πραγματικές ανάγκες όλων των επιστημών σε πρακτική εμπειρία μπορούν και πρέπει να αντιμετωπίζονται μέσα στα πλαίσια της εκπαιδευτικής διαδικασίας και όχι εκ των υστέρων με ευθύνη των επαγγελματικών φορέων.

Η αναγκαία αναμόρφωση της Ανώτατης Εκπαίδευσης δεν μπορεί να έρθει χωρίς σύγκρουση με τους μηχανισμούς της ΕΕ, του ΟΟΣΑ και των άλλων κέντρων που καθοδηγούν και υπαγορεύουν την πολιτική στην παιδεία, στην εργασία, συνολικά στην κοινωνική ζωή. Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες τόσο στα Πανεπιστήμια όσο και στα ΤΕΙ στηρίζουν τη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ενωσης και τις επιλογές των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ. Το καθήκον της αναμόρφωσης της ενιαίας, αποκλειστικά δημόσιας και δωρεάν ανώτατης εκπαίδευσης επαφίεται στους αγωνιζόμενους φοιτητές, στους διδάσκοντες και σε όλους τους εργαζόμενους σε Πανεπιστήμια, ΤΕΙ και Ερευνητικά Κέντρα που εντάσσουν τις φιλοδοξίες και την αγωνιστικότητά τους στην προσπάθεια για την απαλλαγή της ανθρώπινης ζωής από το μόχθο, τις στερήσεις, την άγνοια, τις προλήψεις. Επαφίεται στο λαϊκό κίνημα να εντάξει το καθήκον αυτό στους στόχους και τις διεκδικήσεις του για μια καλύτερη κοινωνία.


**Η Ρένα Τηλικίδου είναι καθηγήτρια στο ΤΕΙ Θεσσαλονίκης και ο Γιώργος Τσιλιγκιρίδης είναι επίκουρος καθηγητής στο ΑΠΘ

ΣΧΟΛΙΟ: Αφού τα ΤΕΙ κα Τηλικίδου έχουν όλα αυτά τα προβλήματα που αναφέρεστε παραπάνω, γιατί διδάσκετε σε αυτά?? Τι έχετε κάνει εσείς για αυτά ως Επιστήμων ως πολιτικοποιημένη - και μάλλον κομματικοποιημένη- προσωπικότητα εκτός απο το να τα λιθοβολείτε με τα άρθρα σας? Ως Καθηγητής δεν έχετε την υποχρέωση τουλάχιστον να προσπαθήσετε να θεραπεύσετε τα ΤΕΙ , τα οποία - όπως εσείς λέτε -διαθέτουν όλα τα προβλήματα των ΄΄ΑΕΙ΄΄, και παράλληλα πάσχουν και από μεγάλα, ιδιαίτερα δικά τους προβλήματα?? Τι κάνατε για να ανατρέψετε την γνώμη της Ελληνικής κοινωνίας και το ΄΄πρόβλημα΄΄ του ρόλου των ΤΕΙ και του χαρακτήρα τους ως ιδρυμάτων β' κατηγορίας που τυγχάνει να εργάζεσθε και δίνετε κάθε μέρα τον καλύτερο εαυτό σας και την καριέρα σας? Άραγε τα προβλήματα των Πανεπιστημίων και των ΤΕΙ κύριοι Καθηγητές προέρχονται απο πού? Παρεπιπτόντως
νομίζω ότι θα είστε ενήμεροι ως Καθηγητές μας, ότι ΑΕΙ - εδώ και χρόνια δια νόμου - νοούνται τα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ που διδάσκετε αμφότεροι..


LinkWithin

Related Posts with Thumbnails